Κυριακή 15 Απριλίου 2012

ΒΡΗΚΑ ΤΗΝ ΠΙΟ ΠΑΡΑΞΕΝΗ ΛΕΞΗ...

  Βρήκα την πιο παράξενη λέξη… δεν είναι δύσκολη αντιθέτως είναι πολύ εύκολη, προφέρεται απλά, πολλοί δεν την εννοούν, αλλά την λένε. Έτσι ίσως ξεγελούν τον εαυτό τους ή και κάποιον άλλον που τυχών να την ακούσει! Είναι λόγια χαράς, αγάπης, η ευτυχία κρύβεται μέσα από τα χείλη σου όταν προσπαθείς να βγάλεις τον εσωτερικό σου κόσμο προς τα έξω, αρκεί όταν λες αυτήν την λέξη να την πιστεύεις!
  Χάρηκα… είναι μέσα στο κορμί μου η αγάπη το νιώθω και προσπαθώ να το δείξω, αφήνοντας τον εαυτό μου ελεύθερο και αδύνατο να αντιμετωπίσει τον έρωτα μόνος του. Ίσως γιατί χρειάζεται συμπαράσταση για να ξεδιπλώσει τις ανησυχίες του.
  Βρήκα την πιο παράξενη λέξη… είναι καυτή αφού ακούγεται και τα χείλη μου καίνε, τα μάτια σπινθηρίζουν πόθο και περιμένουν να δουν πίσω από ένα τσιμεντένιο τοίχο… και περιμένουν!
  Σήμερα περίμενα πολλά, αύριο δεν ξέρω αν θα ξημερώσει, αλλά ελπίζω!
  Βρήκα την πιο παράξενη λέξη… ενώ την φώναξα δυνατά, έφυγε το βάρος από πάνω μου και ένιωσα ανάλαφρος σαν πούπουλο που ο αέρας το σέρνει φέρνοντας το πάνω στην παλάμη του χεριού σου!
  Βρήκα την πιο παράξενη λέξη… ενώ περίμενα να ακούσω εσένα να μου την προφέρεις για να ησυχάσω… και περίμενα…
  Που να φανταστείς εσύ ότι η παράξενη λέξη που βρήκα ήθελα να τη ακούσω να βγαίνει από τα χείλη σου. Δεν στο ζήτησα αλλά περίμενα!

Είναι λέξη χαράς, είναι καυτή η λέξη ………….Σ’ αγαπώ!!!


Άρθρο: Βασίλης Μπαρλάκας
Βασίλης Μπαρλάκας

ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ ΠΟΥ ΜΙΛΑΝΕ ΑΠΟ ΜΟΝΕΣ ΤΟΥΣ...

Μερικές φορές δεν χρειάζονται λέξεις και λόγια ....αρκεί μια στιγμή την οποια αποθανατίσε ο φακός μια φωτογραφικής μηχανής και η οποια μιλάει απο μόνη της.Ενα ''κλίκ''το οποιο θα μεταφέρει την αγάπη,την φιλία,την ζωή,την ελπίδα,και τέλος την...αναγνώριση και το ευχαριστώ που δυστηχώς δεν δίνεται ποτέ σε έναν άνθρωπο που πολέμησε για την πατρίδα...

Σάββατο 14 Απριλίου 2012

ΜΙΑ ΞΕΧΑΣΜΕΝΗ ΓΕΝΙΑ

   Σαν πλανιέσαι κι ενώ η γη γυρίζει ακόμα χάνεσαι στην γκρίζα ατμόσφαιρα και στην στρωτή καμένη λεωφόρο, δεν θυμάσαι διόλου τίποτα απ’ τα καινούργια ενώ στις στάχτες της ξεχνιέσαι…
   Ένα αόρατο ηλεκτροφόρο συρματόπλεγμα σε κρατά και δεν αφήνει σώμα και μυαλό να περάσει ούτε καν τη ματιά σου. Ακινητοποιείσαι… περνούν στη σκέψη σου διάφορα και σαν ταινία που γεύεσαι ζεις και ‘συ την συγκλονιστική περιπέτεια μιας ξεχασμένης γενιάς…
   Ενώ οι στάχτες είναι παντού εσύ χάνεσαι χωρίς να κουνηθείς λες και το σώμα είναι εδώ μόνο του χωρίς τη σκέψη. Μην περιμένεις φύγε θα δεις πολλά που δεν θέλεις, προσπάθησε να βγεις απ’ το τούνελ, βρες τη μυστική έξοδο και φύγε… γιατί αν μείνεις θα νιώσεις το παγωμένο υλικό ενός αγάλματος πάνω σου.
   Μάρμαρο το σώμα πάγος η σκέψη ενώ η καρδιάς σου χτυπάει ζει τον πόνο μιας ξεχασμένης γενιάς. Φύγε και πες τους το να προσέχουν τα λάθη τους…
   Το παρελθόν είναι μαύρο το παρών ζει και στο μέλλον ελπίζει να μην ξαναδεί την καμένη λεωφόρο βαμμένη με αίματα… αίματα μιας ξεχασμένης γενιάς !!!

Άρθρο: Βασίλης Μπαρλάκας
Βασίλης Μπαρλάκας

ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΗΣ-Παιδική Πασχαλιά,Αναμνήσεις

....Πέρυσι ὤ! πέρυσι τὴν Μεγάλην Πέμπτην πρωί, ἀφοῦ ἐγύρισαν ἀπὸ τὴν ἐκκλησίαν ὅπου εἶχον μεταλάβει ὅλοι, ἡ καλὴ καὶ προκομμένη μήτηρ, καίτοι ἄγουσα ἤδη τὸν ἕβδομον μήνα τῆς ἐγκυμοσύνης της, ἀνεσφουγγώθη καὶ ἤρχισε νὰ βάφῃ ἐν τῇ χύτρᾳ τὰ αὐγά, μὲ ῥιζάρι, κιννάβαρι καὶ ὄξος. Εἶτα ἤρχισαν νὰ ἔρχωνται εἷς τὴν θύραν ἀνὰ ζεύγη τὰ παιδία τῆς πολίχνης, μὲ τὸν ὑψηλὸν καλάμινον σταυρὸν στεφανωμένον μὲ ρόδα εὐώδη καὶ μὲ μήκωνας κατακοκκίνους, μὲ δενδρολίβανον καὶ μὲ ποικιλόχροα ἀγριολούλουδα, μὲ τὸν ἀποσπασθέντα ἀπὸ τ᾿ Ὀχτωήχι χάρτινον Ἐσταυρωμένον εἰς τὸ μέσον τοῦ σταυροῦ, καὶ μὲ ἐρυθρὸν μανδήλιον κυματίζον, μέλποντα τὸ ἄσμα:
Βλέπεις ἐκεῖνο τὸ βουνὶ μὲ κόκκινη παντιέρα;
Ἐκεῖ σταυρῶσαν τὸ Χριστὸ τὸν πάντων βασιλέα.
……………………………………………………….
Σύρε μητέρα μ᾿ στὸ καλὸ καὶ στὴν καλὴ τὴν ὥρα,
Κ᾿ ἐμένα νὰ μὲ καρτερῆς τὸ Σάββατο τὸ βράδυ
Ὅταν σημαίνουν ἐκκλησιὲς καὶ ψέλνουνε παπάδες,
Τότες καὶ σύ, μαννούλα μου, να᾿ χῆς χαρὲς μεγάλες.
Καὶ τί χαρὲς μεγάλες τῷ ὄντι, τί χαρὲς δ᾿ ὅλα τὰ παιδία! Καὶ ἢ καλῆ ἡ μήτηρ της προθυμότατα ἔδιδεν ἀνὰ δυὸ ἀρτιβαφὴ αὐγὰ εἰς ὅλα τὰ παιδία δυὸ αὐγὰ κόκκινα, καὶ τί εὐτυχία! τί νίκη! ἐνῷ ἡ μάμμη ἐφώναζεν ὅτι ἀρκετὰ παιδία ἦλθαν, καὶ ἀρκατὰ ἐτραγούδησαν, καὶ ὅτι ἔπρεπε νὰ ὑπάγουν καὶ ἀλλοῦ.
Μετὰ ταῦτα ἡ μήτηρ ἤρχισε νὰ ζυμώνῃ καὶ ἔπλασεν ἀρκετὲς κουλοῦρες μετ᾿ αὐγῶν διὰ τὸν σύζυγον, ἐπιδημοῦντα τότε, διὰ τὴν πενθεράν της, δι᾿ ἐαυτήν, διὰ τὲς κουμπάρες, ὡς καὶ μικρὲς «κοκῶνες» διὰ τὴν Μόρφω, διὰ τὸν Εὐαγγελινόν, διὰ τ᾿ ἀνεδεξίμια της καὶ διὰ τὰ πτωχὰ παιδιὰ τῆς γειτονιᾶς.
Κ᾿ ἐπειδὴ ὁ μικρὸς Εὐαγγελινὸς ἔκλαιε, λέγων ὅτι δὲν εἶναι ἀρκετὰ μεγάλη ἡ κοκώνα του, ἡ μήτηρ τοῦ ἔδιδεν ἄλλην νὰ ἐκλέξῃ ἀλλὰ αὐτὸς δὲν ἡμέρωνεν οὔτε ἤθελε νὰ ταιριασθῆ.
Τὸ βέβαιον εἶναι ὅτι τὰς ἤθελεν ὅλας διὰ τὸν ἐαυτόν του.
Καὶ τότε ἡ μήτηρ τὸν ἐπαρηγόρει λέγουσα ὅτι «τὸ Σάββατο τὸ βράδυ θὰ ῾ρθῆ ἡ κουρούνα (κρά, κρά!) νὰ φέρη τὸ τυρὶ καὶ τὸ κρέας (τσί, τσί!) καὶ τότε νὰ ἰδῆς τὸ παραμύθι. Πάρε Βαγγελινὲ τὸ τυρί, πάρε καὶ τὸ τσὶ-τσί, νὰ φᾶτε!»
Καὶ ὁ μικρὸς ἐψέλλιζε καὶ αὐτός, «θὰ᾿ θῆ ἡ κουούνα νὰ φέη τοῦ τσί-τσί», καὶ συνάπτων τὰς χεῖρας, δακτύλους μεταξὺ δακτύλων κατὰ τὸ ὑπόδειγμα τῆς μητρὸς τῆς γειτόνισσας τῆς Μηλιᾶς ἑξαετές, ἄνιπτον, ρακένδυτον, ὀκλάζον εἷς μίαν γωνίας, κρατοῦν τὴν κοκώνα του, τὴν ὁποίαν ἐκσέπτετο ἂν δὲν ἦτο καλὸν νὰ τὴ φάγῃ τώρα ποὺ εἶναι ζεστή, διεμαρτύρετο γρυλλίζον καὶ λέγον: «Ναί! Θα᾿ ρθῆ ἡ κουρούνα! ἄμ᾿ δὲ θὰ᾿ ρθῆ!» Καὶ τὴν Μεγάλην Παρασκευήν, περὶ τὴν δύσιν τοῦ ἡλίου, ἡ μήτηρ ὠδήγησε τὰ δυὸ παιδία εἰς τὴν ἐκκλησίαν, ὅπου, ἀφοῦ ἔκαμαν τρεῖς γονυκλισίας πρὸ τοῦ ἀνθοστεφοὺς κουβουκλίου, ἠσπάσθησαν τὸν μυόπνοουν Ἐπιτάφιον, τὸ ἀργυρόχρυσον Εὐαγγέλιον μὲ τ᾿ ἀγγελούδια, καὶ τὸν Σταυρὸν μὲ τ᾿ ἀνθρωπάκια καὶ τὶς Παναγίτσες (τί χαρά, τί δόξα!), καὶ εἶτα ἐπέρασαν τρὶς ὑπὸ τὸν ὑψηλόν, μεγαλοπρεπῆ Ἐπιτάφιον, ὁ δ᾿ Εὐαγγελινὸς (ὅλα τὰ ἐνθυμεῖτο ἡ μικρὰ Μόρφω) ἀνέτρεψεν ἐξ ἀπροσεξίας πήλινον ἀμφορέα μὲ ὕδωρ, ἐξ ἐκείνων οὖς θέτουσιν ὑπὸ τὸν Ἐπιτάφιον πρὸς ἁγιασμόν, διὰ νὰ μεταχειρισθῶσι τὸ ὕδωρ εἰς τὸ καματηρό, ἤτοι τοὺς μεταξοσκώληκας, καὶ εἰς ἄλλας χρείας, αἱ νεώτεραι μυροφόροι, γυναῖκες διακαῶς ποθοῦσαι «νὰ ξενυχτίσουν τὸν Χριστόν» μένουσαι ἄγρυπνοι ἐν τῷ ναῷ πέραν τοῦ μεσονυκτίου, διότι ἡ ἀκολουθία τοῦ Ἐπιταφίου ψάλλεται ἐκεῖ τὸ Μέγα Σάββατον, περὶ ὄρθρον βαθύν. Ὁ ἀμφορεὺς πεσὼν ἐθραύσθη, ἡ δὲ γυνὴ ἧς ἦτο κτῆμα ὠργίσθη, καὶ εἶπεν ὅτι τὸ ἔχει «σὲ κακό της». Τότε ἡ μήτηρ τοῦ Εὐαγγελινοῦ, ἀφοῦ ἐπέπληξεν αὐστηρῶς τὸ παιδίον, πειραχθεῖσα εἶπεν ὅτι «ἂν εἶναι κακό, ἂς εἶναι γιὰ μένα!» Καὶ τὴν πτωχὴν δὲν τὴν ηὖρε ὁ χρόνος.
Τὸ Μέγα Σάββατον δέ, μικρὸν μετὰ τὰ μεσάνυκτα, ἡ μήτηρ ἐξύπνισε τὸν Εὐαγγελινὸν καὶ τὴν Μόρφω, κ᾿ ἐνῷ σήμαιναν διὰ μακρῶν οἱ κώδωνες ἐπῆγαν εἰς τὴν ἐκκλησίαν ὅπου ἐψάλη τὸ «ὦ γλυκύ μου ἔαρ» καὶ ἄλλα ἀκόμη παθητικὰ ἄσματα. Εἶτα οἱ πιστοὶ ὅλοι μὲ ἀνημμένας λαμπάδας ἐξῆλθον εἷς τὸ ὕπαιθρο, ὑπὸ τὸ ἀμαυρωθὲν φέγγος τῆς φθινούσης σελήνης, ἐνῶ ἡ αὐγὴ ἔλαμπεν ἤδη ροδίνη καὶ ξανθή, προπέμποντες τὸν Ἐπιτάφιον ἀγλαόφωτον μὲ σειρᾶς λαμπάδων. Καὶ ἡ αὔρα πραεῖα ἐκίνει ἠρέμα τὺς πυρσούς, χωρὶς νὰ τοὺς σβήνῃ καὶ ἢ ἄνοιξις ἔπεμπε τὰ ἐκλεκτότερα ἀρώματά της εἰς τὸν Παθόντα καὶ ταφέντα, ὡς τὰ συνέψαλλε καὶ αὐτή, «ὦ γλυκύ μου ἔαρ, γλυκύτατόν μου τέκνον!» καὶ ἡ θάλασσα φλοισβίζουσα καὶ μορμύρουσα παρὰ τὸν αἰγιαλὸν ἐπανελάμβανεν, «οἶμοι γλυκύτατε Ἰησοῦ!». Τὰ δὲ παιδία προπορευόμενα τῆς πομπῆς, μεγαλοφώνως ἔκραζον: Κύριε Ἐλέησον! Κύριε ἐλέησον! Ὁ Εὐαγγελινὸς ἐψέλλιζε μετὰ τῶν ἄλλων: Κύιε ἔησον! Κύιε ἔησον!
Καὶ ὕστερον, ὅταν ἀνέτειλεν ὁ ἥλιος τοῦ Μεγάλου Σαββάτου, διαλύων τὴν ἀπαραίτητον ὁμίχλην τῆς Μεγάλης Παρασκευῆς, (ἥτις καθιστᾶ μελαψὴν μιγάδα τὴν ἡμέραν καὶ παμμέλαιναν ἀράβισσαν τὴν νύκτα) ὁ Εὐαγγελινὸς ἐξύπνησεν ἀπὸ τὰ βελάσματα τοῦ ἀρνίου, τὸ ὁποῖον ἠτοιμάζετο νὰ σφάξῃ διὰ τὴν οἰκογένειαν τοῦ καπετὰν Κομνιανοῦ ὁ γείτονας Νικόλας, ὁ σύζυγος τῆς Μηλιᾶς.
Ὁ Εὐαγγελινὸς καὶ ἡ Μόρφω ἐξῆλθον εἰς τὸ προαύλιον. Τί ὡραῖον, τί ἥμερον, τί λευκόμαλλον ποὺ ἦτο τὸ ἀρνί! Καὶ πὼς ἐβέλαζε (μπέ! μπέ!) τὸ καημένο. Ἐν τούτοις δὲν ἐφαίνετο πολὺ δυσαρεστημένον, διότι ἔμελλε νὰ σφαγῇ. Καὶ ἄλλος Ἀμνὸς ἄμωμος, Ἀμνὸς αἴρων τὴν ἁμαρτίαν τοῦ κόσμου, καὶ ἄλλος ἀτίμητος Ἀμνὸς ἐσφάγη…
Τὴν ἑσπέραν ἔφερεν οἴκαδε ὁ πατὴρ τᾶς πασχαλινὰς λαμπάδας, ὡραίας, λεπτάς, περιτέχνους. Τί χαρά! Τί θρίαμβος! Φαντασθῆτε ὡραίας μικρᾶς λαμπάδας, μὲ ἄνθη τεχνητά, μὲ χρυσόχαρτα. Ὁ Εὐαγγελινὸς ἤθελε νὰ πάρῃ τὴν τῆς ἀδελφῆς του, λέγων, ὅτι ἐκείνη εἶναι μεγαλυτέρα. Ἡ μήτηρ τοῦ τὴν ἔδωκεν, ἀλλ᾿ ὃ μικρὸς τὴν ἔσπασε, ἐκεῖ ποὺ ἔπαιζε μὲ αὐτήν, ἔσπασε καὶ τὴν ἰδικήν του, καὶ ὕστερον ἔβαλε τὰ κλάματα. Ὁ πατὴρ τοῦ ἠγόρασεν ἄλλην, ἀφοῦ τὸν ὑπεχρέωσε νὰ ὑποσχεθῆ ὅτι δὲν θὰ τὴν πιάσῃ εἰς τὴν χεῖρα, ἕως τὰ μεσάνυκτα, ὅταν θὰ ὑπάγουν εἰς τὴν Ἀνάστασιν.
Ὁ μικρὸς ἀπεκοιμήθη κλαίων καὶ χαίρων.
Μετὰ τὰ μεσάνυκτα, ἀφοῦ ἔγινεν ἡ Ἀνάστασις, καὶ ἤστραψεν ὁ ναὸς ὅλος, ἤστραψε καὶ ἡ πλατεία ἀπὸ τὸ φῶς τῶν κηρίων, τὰ παιδία ἤρχισαν νὰ καίουν μετὰ κρότου σπίρτα καὶ μικρὰ πυροκρόταλα ἔξω εἰς τὸ πρόναον, καὶ τίνες παῖδες δεκαετεῖς ἐπυροβόλουν μὲ μικρὰ πιστόλια, ἄλλοι ἔρριπτον ἐντὸς τοῦ ναοῦ ἐπὶ τῶν πλακῶν τοῦ ἐδάφους τὰ βαρέα καρφία μὲ τὰ καψύλια καταπτοοῦντες καὶ σκανδαλίζοντες τὰς πτωχὰς γραίας, αἵτινες, μεθ᾿ ὅλον τὸν διωγμὸν ὃν ἐκίνουν κατ᾿ αὐτῶν τὴν Μεγάλην Ἑβδομάδα κατ᾿ ἔτος οἱ ἐπίτροποι, ἀξιοῦντες νὰ περιορίσωσιν αὐτὰς εἰς τὸν γυναικωνίτην, οὐχ ἧττον ἐπέμενον καὶ παρεισέδυον ἐντὸς τοῦ ναοῦ ἀριστερά, εἰς τὴν μίαν κόγχην.
Εἷς δ᾿ ἐπίτροπος τῆς ἐπάνω ἐνορίας, ἄνθρωπος προοδευτικός, βλέπων ὅτι ὅλοι οἱ ἐθελονταὶ ψάλται, νεανίαι εἰκοσαετεῖς, ἐφοίτων κατὰ προτίμησιν εἰς τὴν κάτω ἐκκλησίας, εἷς δὲ τὴν ἐπάνω ἠναγκάζοντο νὰ ψάλλωσιν οἱ ἱερεῖς, τί ἐσοφίσθη; Πιάνει καὶ ἀποσπᾶ ἀπὸ τὸν γυναικωνίτην τὰ καφάσια, τὰ δικτυωτά, δι᾿ ὧν ἐφράττοντο τέως αἱ γυναικεῖαι μορφαὶ ἀπὸ τῆς ὄψεως τῶν ἀνδρῶν, καὶ ἀφήνει τὸν γυναικωνίτην ἄφρακτον. Τότε διὰ μιᾶς ὅλοι οἱ εὐλαβεῖς καὶ μουσόληπτοι νεανίσκοι ἀφῆκαν τὴν κάτω ἐκκλησίαν ἔρημον ψαλτῶν κ᾿ ἔτρεξαν ὅλοι εἰς τὴν ἐπάνω.
Εἶτα τὰ μικρὰ παιδία καὶ τίνες παιδίσκαι τετραετεῖς, μὲ τᾶς κομψὰς ποικιλτὰς λαμπάδας, ἐτάχθησαν ἀνὰ τὸν χορόν, περὶ τὰ δυὸ ἀναλόγια, καὶ παρὰ τὸ εἰκονοστάσιον, καὶ ἤρχισαν νὰ θορυβῶσι, νὰ παίζωσι, νὰ στάζωσιν εἰς τοὺς λαιμοὺς ἀλλήλων, καὶ νὰ τσουγκρίζωσι τὰ αὐγά των. Καὶ ἓν παιδίον ἑξαετές, πονηρότερον τῶν ἄλλων (ἦτο ὁ υἱὸς τῆς Μηλιᾶς τῆς γειτόνισσας) εἶχε πλαστὸν αὐγὸν εἰς τὸν κόλπον του, πωρώδη λίθον στρογγυλευμένον κοκκινοβαφὴ καὶ δι᾿ αὐτοῦ ἔσπαζε τὰ αὐγὰ ὅλων τῶν παιδιῶν, καὶ τὰ ἔπαιρνε, κατὰ τὴν συμφωνίαν, καὶ τὰ ἔτρωγε.
Μία παιδίσκη καὶ εἷς παῖς, πενταετής, ἤρχισαν νὰ φιλονικῶσι περὶ τοῦ τίνος ἡ λαμπάδα ἦτο εὐμορφότερα.
- Ὄχι, ἡ δική μου ἡ λαμπάδα εἶναι καλύτερη.
- Ὄχι, ἡ δική μου.
- Ἐμένα ὁ πατέρας μ᾿ τὴν ἐδιάλεξε, κ᾿ εἶναι πλιὸ καλή.
- Ἐμένα ἡ μάννα μ᾿ τὴν ἐστόλισε μονάχη της.
- Καὶ ξέρει νὰ κάμῃ λαμπάδες ἡ μάννα σ᾿;
- Ὄχι, δὲ ξέρει; Σὰν τὴ δική σ᾿!
- Τέτοια παλιολαμπάδα!
- Ναί, παλιολαμπάδα;… νά!…
- Νὰ κ᾿ ἐσύ!
- Νὰ κι ἄλλη μιά!
Καὶ ἤρχισαν νὰ τύπτουν ἀλύπητα τὰς κεφαλὰς ἀλλήλων μὲ τὰς λαμπάδας των, ἑωσοῦ ἔβαλαν τὰ κλάματα καὶ οἱ δύο.
Τὸ ἀπόγευμα πάλιν, ἀφοῦ ἐψάλη ἡ Β´ Ἀνάστασις κ᾿ ἔγινεν ἢ Ἀγάπη, ἐξῆλθαν ὅλοι εἰς τὴν πλατείαν κ᾿ ἐθεῶντο τὴν πυρπόλησιν τοῦ Ἑβραίου. Τί ἄσχημος καὶ τί εὐμορφοκαμωμένος ποὺ ἦτον ὁ Ἑβραῖος! Εἶχε μίαν χύτραν ὡς κεφαλήν, εἶχε καὶ λινάρι ὡς γένειον. Ἔφερε καὶ ζεῦγος γυαλιὰ (ἡ Μόρφω τὰ ἐνθυμεῖτο ὅλα), ὅμοια μ᾿ ἐκεῖνα ποὺ φορεῖ ἡ γραῖα μάμμη ὅταν ράπτῃ ἢ ἐμβαλώνῃ τὰ παλαιὰ ροῦχα της. Εἶχε κ᾿ ἕνα σακκούλι ἢ πουγγὶ κρεμασμένον εἰς τὸ ἀριστερὸν πλευρόν του. Ἐφόρει μακριά, μακριὰ φορέματα, παρδαλά, ραβδωτά! Καὶ ἀφοῦ τὸν ἐκρέμασαν ὑψηλὰ ὑψηλά, ἕως ἑπτὰ ὀργυιᾶς ἐπάνω, ἤρχισαν οἱ ἄνδρες νὰ τὸν μαστίζουν, νὰ τὸν τουφεκίζουν ὅλοι, ἕως ὅτου τὸν ἔκαυσαν.
Καὶ ὕστερον ἢ μήτηρ ἔστρωσε τὴν τράπεζαν εἰς τὴν οἰκίαν, καὶ παρέθεσε τὰ αὐγὰ τὰ κόκκινα, τὸ τυρί, ποὺ εἶχε φέρει ἡ κουρούνα, καὶ τὸ ἀρνὶ τὸ ψημένο, καὶ τὰ παιδία ἐκάθισαν εἷς τὴν τράπεζαν καὶ ἤρχισαν νὰ τσουγκρίζουν τὰ αὐγά των. Τί χαρά! τί ἀγαλλίασις!
Ἐφέτος, δηλαδὴ κατὰ τὸ ἔτος ἐκεῖνο τῆς δυστυχίας διὰ τὰ δυὸ ὀρφανὰ δὲν ἦτο πλέον ἐκεῖ οὔτε ὁ πατήρ των, ὅστις ἔλειπεν, οὔτε ἡ μήτηρ των, ἥτις ἐπῆγε μακρύτερα ἀκόμη. Ἀντὶ τῶν δύο ἦτο ἡ γηραιὰ μάμμη, ρογχάζουσα ἐπὶ τῆς κλίνης καὶ γογγύζουσα. Ἀντὶ τῶν ἐπιχρύσων λαμπάδων, ἦσαν οἱ δυὸ τρεμοσβήνοντες καὶ βλοσυροὶ ὀφθαλμοί της. Ἀντὶ τῆς ἀθώας χαρᾶς, ἀντὶ τῆς ἀφάτου εὐτυχίας τοῦ παιδικοῦ Πάσχα, ἦτο ἡ λύπη ἡ βαρεῖα, ἡ ἀνεπανόρθωτος συμφορά.
Εὐτυχῶς ἡ γραῖα Κομνιανάκαινα δὲν ἀπέθανε, καὶ ὁ υἱός της ἔφθασεν ἀπόπασχα μὲ τὸ γολεττί, καὶ ἤρχισε νὰ καλλωπίζηται καὶ νὰ στρίβῃ τὸν μύστακα ἀποβλέπων εἰς δεύτερον γάμον. Ἀλλά, διὰ τὰ δυὸ παιδία, τάχα θὰ ἐπανήρχετο πάλιν ἡ χαρὰ ἐκείνη, θ᾿ ἀνέτελλεν ἐκ νέου γλυκεῖα ἡ παιδικὴ Πασχαλιά; Διὰ τὸν Εὐαγγελινὸν ἴσως, διὰ τὴν Μόρφω ὅμως ποτέ. Αὕτη ᾐσθάνετο τὴν ἀπουσίαν τῆς μητρός της καὶ ἤξευρεν ὅτι δὲν ἔμελλε νὰ τὴν ἐπανίδη πλέον ἐπὶ τῆς γῆς.
Γλυκεῖα Πασχαλιά, ἡ μήτηρ τῆς χαρᾶς! Γλυκεία μήτηρ, τῆς Πασχαλιᾶς ἡ ἐνσάρκωσις!
Ἀλλ᾿ ὁ Χριστὸς ὑπεσχέθη νὰ πίῃ μὲ τοὺς ἐκλεκτούς του καινὸν τὸ γέννημα τῆς ἀμπέλου ἐν τῇ βασιλείᾳ τοῦ Πατρός Του, καὶ οἱ ὑμνωδοὶ ἔψαλλον: «Ὢ Πάσχα τὸ μέγα καὶ ἱερώτατον, Χριστέ! δίδου ἡμῖν ἐκτυπώτερον σοῦ μετασχεῖν ἐν τῇ ἀνεσπέρῳ ἡμέρᾳ της Βασιλείας Σου!''....
Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης

ΟΝΕΙΡΟ ΚΑΛΟΚΑΙΡΙΝΟΥ ΜΕΣΗΜΕΡΙΟΥ......

“Χριστέ μου, γιατί φόρεσες αυτό μακρύ πένθιμο φουστάνι κι

αυτά τ’ αγκάθια στο κεφάλι σου; Χάθηκαν τα λουλούδια;

Ή τάχατε, αν φορούσες παπαρούνες πάνου στ’ αχτένιστα μαλλιά

δε θα σ’ την πόρτα του ουρανού;

Μη χαμογελάς που ‘χω κ’ εγώ δεμένο το κεφάλι.

Είναι που γλίστρησα προχτές μέσα στα βάτα κυνηγώντας πεταλούδες.

Έλα να πιαστούμε από το χέρι σαν παιδιά και να πάμε

στους αγρούς να σε μάθω φλογέρα.

Πάμε να σου κόψω τα λυπημένα μαλλιά σου με το ίδιο

μεγάλο ψαλίδι που κουρεύουν τα προβατάκια.

Και να δεις, ο Θεός θα μας αγαπήσει, θα μας βάλει να κάτσουμε

στα πόδια του και θα χαμογελάει γλυκά καθώς εμείς θα

στολίζουμε τα μακριά τα μακριά μουστάκια του με μαργαρίτες.

Κι όταν βραδιάσει θα ζέψουμε το μικρό του τ’ αμάξι που το

σέρνουν οι γρύλλοι και θα περάσουμε στη μέση του παραδείσου

ενώ οι άγγελοι θ’ ανάβουν τ’ αστέρια για να φωτίζουν

τ’ άλλα παιδάκια που μείνανε κάτου στον κάμπο…”

(Γιάννης Ρίτσος, Όνειρο καλοκαιρινού μεσημεριού)
Αρθρο:Σοφία Παυλίδου

Παρασκευή 13 Απριλίου 2012

ΣΑΝ ΣΗΜΕΡΑ Η ΤΡΑΓΩΔΙΑ ΣΤΑ ΤΕΜΠΗ ΟΠΟΥ ΧΑΣΑΝΕ ΤΗΝ ΖΩΗ ΤΟΥΣ 21 ΜΑΘΗΤΕΣ ΑΠΟ ΤΟ ΜΑΚΡΟΧΩΡΙ ΗΜΑΘΙΑΣ

Σαν σήμερα (13/4/2οο3)έγινε το θανατηφόρο τροχαίο ατύχημα το οποιο πάγωσε όλη την Ελλάδα.Θρήνος σε όλη την Ημαθία και σε όλόκληρη την Ελλάδα.Οι 21 μαθητές πληρώσανε με την ζωή τους την ανευθυνότητα κάποιων ασυνείδητων ανθρώπων.Μια νταλίκα με νοβοπάν σκόρπισε τον θάνατο στα τέμπη και 21 αθώες ψυχές πεθάνανε τόσο άδικα,εξαιτίας της εγκληματικής αμέλειας καποιων ανεγκέφαλων ατόμων.Στο πένθος μια ολόκληρη περιοχή αλλά και ολόκληρη η Ελλάδα καθώς και η οργή του κόσμου μεγάλη.Στείλανε οι γονείς τα παιδιά τους στην εκδρομή του σχολείου και τα πήρανε σκοτωμένα διότι καποιοι άνθρωποι δεν διστάσανε να μετατρέψουνε τον δρόμο σε παγίδα θανάτου.Δεν φροντίσανε να λάβουνε τα μέτρα ασφαλείας που έπρεπε και επιβαλότανε πριν να τολμήσουνε να βγούνε στον δρόμο.Το δικαστήριο έγινε,οι ένοχοι καταδικαστήκανε και οι αποζημιώσεις δωθήκανε....ποιος ομως θα επιστρέψει σε αυτούς τους γονείς τα παιδιά τους;Tι μπορείς να πείς σε αυτούς τους γονείς που η θλίψη και το πένθος είναι ο μόνιμος σύντροφος στην ζωή τους;Xειρότερη δυστηχία για έναν άνθρωπο απο το να χάνει το παιδί του δεν υπάρχει.......και όλα αυτά επειδή μερικοί άνθρωποι είναι τόσο ανεύθυνοι που βγαίνουνε στον δρόμο,αδιαφορώντας αν η εγκληματική αμέλειά τους,η οποια δεν συγχωρήτε,σκορπίσει τον θάνατο σε άλλους αθώους ανθρώπους.Δεν θα ξεχάσουμε ποτέ τους 21 αγγέλλους που φύγανε έκείνη την ημέρα τόσο άδικα!!!

EΛΠΙΔΑ!!!

  Κάθε μέρα που περνά, το καταπράσινο λοφάκι με τα πολύχρωμα λουλούδια και τους θάμνους, το βλέπω διαφορετικό. Σαν κάτι να αλλάζει. Τι κι αν το κοιτάζω από διαφορετικές οπτικές γωνίες από την ταράτσα του σπιτιού μου ακόμα και όταν βρίσκομαι στον κήπο της αυλής σαν κάτι να φταίει δεν είναι το ίδιο. Το μόνο που μένει σταθερό και αμετάβλητο είναι η πηγή που με το δροσερό της νερό σε μαγεύει και το ρυάκι που ξεχύνεται και καταλήγει στο μικρό ποταμάκι. Το νερό της πηγής σαν μικρός καταρράκτης πέφτει και καταλήγει στο ήσυχο ποταμάκι. Εκεί πέρα στις όχθες αν καθίσεις ώρα θα παρατηρήσεις λογιών λογιών πουλιά και ζώα που έρχονται για να ξεδιψάσουν.
   Την άλλη μέρα πάλι όλα μου φαίνονται διαφορετικά εκτός από την γάργαρη πηγή και το ρυάκι της. Δεν είναι μαγικό αυτό που γίνεται στην φύση; Όλα είναι πλασμένα με ξεχωριστό τρόπο που σε μαγνητίζει καθώς παρατηρείς τις ομορφιές του πλανήτη.Ο Θεός τα δημιούργησε όλα γιατί σε όλα υπάρχει λογική, όλα είναι μελετημένα από κάποιο υπέρτατο όν και μπορώ να πω με ακρίβεια ότι ο Θεός υπάρχει. Είναι εδώ!
   Μετά από λίγες βδομάδες το λοφάκι έχασε τα έντονα ζωντανά του χρώματα που ξεθώριασαν μπρος στις ακτίνες του ήλιου. Τα δεντράκια πέταξαν κάτω τα φύλλα τους που κίτρινα τώρα αύριο θα γίνουν λίπασμα και τροφή γι’ αυτά.Αγναντεύοντας το καφετί λοφάκι και περπατώντας από πάνω του έφτασα στην πηγή που παρέμεινε ακριβώς η ίδια. Είναι όμορφο αυτό που βλέπω κάθε μέρα κάτι διαφορετικό που σπάει την μονοτονία και τη ροή της ζωής.
   Ήταν καλοκαίρι, τώρα είναι φθινόπωρο, όλα αλλάζουν εκτός από κάτι. Αυτόν τον συλλογισμό τον παρομοιάζω με τις αλλαγές διάθεσης του κάθε ανθρώπου που δεν παραμένουν οι ίδιες στον χρόνο. Δηλαδή αν η διάθεση του ανθρώπου συμπεριλαμβάνει 4 εποχές άρα αυτές είναι που δίνουν το νόημα στην ζωή του για να μην βαριέται και να ζει την κάθε ώρα ξεχωριστά. Όσο για την πηγή μπορώ να την παρομοιάσω με την ελπίδα του καθενός για το αύριο που είναι μόνιμη και ριζωμένη μέσα του. Ζει και ελπίζει ο άνθρωπος για το καλύτερο. Άρα η φράση που λέει ότι η ελπίδα πεθαίνει τελευταία είναι πολύ σωστή και εξακριβώνεται στο ότι δεν αλλάζει γιατί παραμένει στην ζωή όσο ζούμε.

   Άρα σύμφωνα με τις διαφοροποιήσεις που αλλάζουν τη διάθεση και την καθημερινότητα του ανθρώπου, πότε κρύο και πότε ζέστη, πότε λύπη και πότε χαρά, πάντα θα υπάρχει μια πηγή αισιοδοξίας για το καλύτερο και αυτή η πηγή είναι η …………. …….. ΕΛΠΙΔΑ !!!

Άρθρο: Βασίλης Μπαρλάκας
Βασίλης Μπαρλάκας

Πέμπτη 12 Απριλίου 2012

ATLETIKO MADRID-REAL MADRID 1-4 ΚΑΙ ΤΟ ΚΑΤΑΠΛΗΚΤΙΚΟ ΧΑΤ-ΤΡΙΚ ΤΟΥ ΡΟΝΑΛΝΤΟ

Πρωταγωνιστής και πάλι ο φοβερός Ρονάλντο που έβαλε τα 3 γκόλ στο παιχνίδι της Αθλέτικο Μανδρίτης με την Ρεάλ.Το παιχνίδι έληξε με 1-4 υπέρ της Ρεάλ.Δείτε στιγμιότυπα του αγώνα.....

Τετάρτη 11 Απριλίου 2012

ΔΕΙΤΕ ΤΙ ΓΙΝΕΤΑΙ ΑΝ ΠΑΤΗΣΕΙ ΚΑΠΟΙΟΣ ΤΟ ΚΟΚΚΙΝΟ ΚΟΥΜΠΙ...ΜΕΡΙΚΟΙ ΤΟ ΠΑΤΗΣΑΝΕ ΚΑΙ ΕΓΙΝΕ ΧΑΜΟΣ!ΔΕΙΤΕ ΤΟ ΑΠΙΣΤΕΥΤΟ ΒΙΝΤΕΟ

Θα πατούσατε εσείς το κόκκινο κουμπί αν το βλέπατε σε μια φαινομενικά ήσυχη πλατεία; Kαι μάλιστα βάλανε και ένα βέλος το οποιο προτρέπει τους περαστικούς να το πατήσουνε.Ολα αυτά φυσικα είναι ενα διαφημιστικό βίντεο της Βελγικής τηλεόρασης TNT.Μερικοί κάνανε το λάθος και αυτό που ακολούθησε περιγράφεται μόνο ώς ....Ο ΚΑΚΟΣ ΧΑΜΟΣ......δείτε το βίντεο

ΣΕΙΣΜΟΣ 8,7 ΡΙΧΤΕΡ ΣΗΜΕΡΑ(11/4/2012)ΣΤΗΝ ΙΝΔΟΝΗΣΙΑ.ΦΟΒΟΣ ΓΙΑ ΝΕΟ ΤΣΟΥΝΑΜΙ

Σεισμός σήμερα το πρωί  στη ινδονησία,μεγέθους 8,7 ρίχτερ.Το επίκεντρο του σεισμού είναι το ίδιο με αυτό του 2004 και το οποιο είχε προκαλέσει το μεγάλο τσουνάμι στο οποιο χάσανε την ζωή τους 200.000 άνθρωποι.Συναγερμός έχει σημάνει  παντού και οι κάτοικοι έχουνε απομακρυνθεί απο όλες τις παραλίες εκεί.


Read more: http://www.dailymail.co.uk/news/article-2128105/BREAKING-NEWS-Tsunami-warning-massive-earth-quake-hits-waters-Indonesia-David-Cameron-visits-country.html#ixzz1rj4hoabf              * BINTEO AΠΟ ΤΟ ΠΑΛΙΟ ΤΣΟΥΝΑΜΙ